Μια φορά και ένα καιρό, ήταν ένα μικρό και γυαλιστερό σαλιγκαράκι. Περπατούσε για χρόνια σε έρημα αλλά ευτυχώς καταπράσινα λιβάδια. Για χρόνια μόνος και απογοητευμένος από τη ζωή, αποφάσισε να δώσει ένα τέλος στο μαρτύριο της αναζήτησης για τη μια και μοναδική αγάπη…
Ήταν έτοιμος να αφήσει ετούτο το μάταιο κόσμο. Ήθελε να απαλλαγεί από όλες τις δυσκολίες στην αναζήτηση για το άλλο μισό…
Όλα αυτά τα χρόν
ια είχε δοκιμάσει τα πάντα αλλά μάταια. πολλές ήταν εκείνες οι φορές που είχε ξεπεράσει τα όρια του. Πολλές ήταν οι φορές που άφηνε πίσω του τη κόκκινη γραμμή των πρέπει, παρασυρόμενος από την επιθυμία του. Καθώς σκεφτικός σερνόταν από τις σκέψεις του, γνώρισε το ποιο υπέροχο πλάσμα στον κόσμο…
Γνώρισε το πιο τέλειο
πλάσμα στον κόσμο. Μια μικρή και γυαλιστερή σαλιγκαρίνα. Με νάζια και θελήματα πονηρά, με αποφασιστικότητα και επιμονή, κατάφερε να απαλλάξει το σαλιγκάρακο μας από την αρχική του απόφαση. Ήταν αποφασισμένη να ζήσει μαζί του ένα αλλιώτικο έρωτα. Ένα πάθος φλογερό και μοναδικό. Το σαλιγκαράκι μας, είχε βρει στα μάτια της, ότι ζητούσε όλα αυτά τα χρόνια και ένιωθε πως επιτέλους το ταξίδι της αναζήτησης τελείωσε εδώ…
Έζησαν πολλά πολλά χρόνια μαζί και τα χρόνια έφεραν
απογόνους. Το σαλιγκαράκι μας είχε πλέον τη δική του οικογένεια. Την οικογένεια που πάντα επιθυμούσε. Όλοι μαζί παγαίνανε κάθε άνοιξη στους αγρούς για μεγάλες βόλτες και μοναδικούς προορισμούς…
Τα πράγματα δεν ήταν καθόλου εύκολα για μια τόσο μεγάλη
οικογένεια. Κάθε μέρα, μαζί με την αγαπημένη του, αγκαλισμένοι από τις κεραίες τους, είχαν πολλά εμπόδια να ξεπεράσουν. Τόσα πολλά σαλιγκαράκια προς την ενηλικίωση δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Ο ένας είχε την αγάπη του άλλου. Μαζί ξεπέρασαν κάθε δυσκολία. Τίποτα δε θα έμπαινε εμπόδιο στην αγάπη τους μετά από τόσα εμπόδια και δοκιμασίες που είχαν περάσει, και σαν οικογένεια αλλά και σαν ζευγάρι…
Η αγάπη τους είναι τόσο δυνατή που ακόμα και τώρα, απολαμβάνουν μαζί το πρωινό καφέ στο ζεστό κρεβατάκι τους κάθε πρωί. Κάθε που ο ήλιος ανατέλλει, τα σαλιγκαράκια είναι εκεί. Αγκαλισμένα και αγαπημένα τόσο πολύ, που ο κόσμος άλλη τέτοια αγάπη, δεν έχει γνωρίσει μέχρι σήμερα…
Τα χρόνια όμως περνούν και μερικά από τα ωραία που ζούμε δε κρατάνε όσο θα θέλαμε. Το έμαθε με το πιο δύσκολο τρόπο. Μερικά από τα
μαργαριτάρια του θυσιαστήκαν στο κύκλο της ζωής και των άτυχων γεγονότων που άδικα μας στερεί ότι αγαπάμε. Ακόμα και η αγαπημένη του έγινε τροφή σε εκείνους που δε μπορούν να κρατήσουν το στόμα τους κλειστό, όταν αυτό είναι τόσο ζωτικής σημασίας, όσο για να κρατηθεί ένα σπιτικό. Πολλά λόγια και πολλές γλώσσες αλλά ακόμα χειρότερα τα στόματα. Εκείνα που ανοίγουν και καταβροχθίζουν ζωές και όνειρα. Βίαια και άδικα. Έχασε γυναίκα, παιδιά και σπίτι. Τώρα πάλι μόνος και έρημος γυρνάει ψάχνοντας σκιά για το σώμα του. Ξεσπιτωμένος από την ευτυχία και μόνος, σιγοψιθυρίζει…
<<Μακάρι όλα τα σαλιγκαράκια να έχουν έστω και μια φορά στη ζωή τους, την ευκαιρία να νιώσουν τόσο ευτυχισμένα όπως εγώ. Τι κι αν έφυγαν όσα ήρθαν, όλα όσα με αγάπη
έζησα; Ήταν γεμάτη η ζωή μου με σαλιγκαράκια που με αγάπησαν και τα αγάπησα και εγώ. Μοιράστηκα τόσο ωραία συναισθήματα που ακόμα και τώρα, γνωρίζοντας το τέλος, με ευχαρίστηση θα τα ξαναζούσα, ακόμα και αν το τέλος ήταν το ίδιο.>>
Ποτέ από τότε, δεν έμεινε στο ‘τώρα’. Πάντα θυμόταν με αγάπη το χτες ακόμα κι αν του στέρησε ότι αγάπησε πιο πολύ και πάντα λαχταρούσε να έρθει το αύριο για να μπορέσει να ευχαριστήσει το Θεό για όλα όσα πρόλαβε να ζήσει…