Θυμάμαι,
πριν από πέντε καλοκαίρια όταν η άνοιξη χαμογελούσε στο χειμώνα.
Τότε που ο κρύος άνεμος χάιδευε τις μπερδεμένες εικόνες του μυαλού μου.
Πάνω σε λευκή άμαξα άφησα τις ελπίδες μου για μας.
Εκεί που τα καράβια αλλάζουν θέση.
Εκεί που χωρίς εισιτήριο στη αγάπη, κρυφά τρυπώσαμε στο όνειρο.
Θυμάμαι,
τότε που το καλοκαίρι δεν είχε ύπνο για μας.
Που η θάλασσα ποτέ δε κοιμόταν μακριά από την αγκαλιά μας.
Θυμάμαι,
πως εκείνο το δροσερό βράδυ παρέα με τα νυχτολούλουδα, σου είπα σ’ αγαπώ.
Θυμάμαι,
της ανάσας σου τη κραυγή, κάθε φορά που σώμα και ψυχή άφηναν τον ιδρώτα τους στο στεγνό σεντόνι.
Θυμάμαι,
της πρώτες ακτίνες του ήλιου να δροσίζουν το πρόσωπο σου.
Να σε γυρίζουν πίσω από το ταξίδι σου με τον Μορφέα.
Θυμάμαι,
τις ώρες που ο κόσμος σταματούσε και ο χρόνος πάγωνε όταν τα δύο σώματά μας αντίκριζαν τα χιλιάδες χρώματα του ήλιου, καθώς έπλενε τα χέρια του στη θάλασσα από το ταξίδι της ημέρας.
Θυμάμαι,
τους κρύους χειμώνες.
Στην καρδιά κρατούσαμε εκείνο το καλοκαίρι.
Εκείνο που ζήλεψε η άνοιξη και μας το πήρε πίσω.
Θυμάμαι,
πως σ΄ αγαπώ ακόμα.
Ακόμα και τώρα που ο τρελός μονολογώ κάτω από της νύχτας το πέπλο.
Ακόμα και τώρα που οι χειμώνες μας είναι πιο κρύες και από τη κόλαση.
Θυμάμαι,
πως κάποτε σου έπιανα το χέρι και σου έλεγα πως τίποτα κακό δε θα μας βρει.
Πόσα όνειρα λουζόμασταν ως το πρωί..!!
Θυμάμαι…
Ακόμα θυμάμαι πως έφυγα εκείνο το πρωί.
Ακόμα το πικρό φιλί στα χείλια μου γεύομαι.
Θυμάμαι τότε που άκουσα δύο καρδιές να σπάνε σε χείλια κομμάτια….